ἐφιελίς

ἐφιελίς, ίδος, ἡ.
A = κάλυξ, part of a priest's crown, J.AJ3.7.6 (fort. φιελίς).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφιελίς — ἐφιελίς, ίδος, ἡ (Α) μέρος τής μίτρας αρχιερέα η οποία περιβάλλει το μέτωπο, κάλυκας. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. εσφαλμένος τ. αντί εφηλίς*] …   Dictionary of Greek

  • ἐφιελίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάλυκας — Το εξωτερικό περίβλημα του άνθους, συνήθως πράσινο, που σχηματίζεται από φυλλάρια, τα σέπαλα, είτε ελεύθερα μεταξύ τους (κάλυκας χωριστοσέπαλος ή αποσέπαλος) είτε ενωμένα (κάλυκας συσσέπαλος ή μονοσέπαλος), ώστε να σχηματίζουν ένα όργανο κοίλο,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.